Πέρα από τις όμορφες στιγμές και τις αναμνήσεις που χτίζονται τις ημέρες των γιορτών με δρώμενα, τραγούδια, αγκαλιές, ευχές και δώρα, έχουμε τη μεγάλη ευλογία να ζούμε σε μία χώρα γεμάτη παραδόσεις και έθιμα. Μια από αυτές τις ευλογίες αφήγησης ζήσαμε πρόσφατα, όταν στο γραφείο μάς επισκέφθηκε η κυρία Βασιλική με χέρια γεμάτα γλυκά και μια αγκαλιά ευχές. Αλλά, το κυριότερο, με διάθεση να μας αφηγηθεί τα έθιμα του χωριού της Πέλκα/Πελεκάνος Κοζάνης.
……Σε κάθε σπίτι, μια ή δυο μέρες πριν την παραμονή των Χριστουγέννων, η οικοδέσποινα ζύμωνε τις κουλιαντίνες, μικρά πλαστά είδους λειτουργιάς, άλλες με προζύμι και άλλες ρουφτένιες. Το βράδυ, στις 23 του Δεκέμβρη, έριχνε στη φωτιά το κούτσουρο, χοντρό κορμό δρυός, μαζί με τις ρίζες για να κρατήσει η ζέστη περισσότερο. Η φωτιά έπρεπε όλη τη νύχτα να είναι άσβηστη. Το σπίτι προετοιμαζόταν για τις γιορτές.
Τα κόλιαντα ήταν μεγάλη γιορτή για τα παιδιά. Ο χωριανός μας Τάκης Τ. μιλά με νοσταλγία για εκείνες τις ώρες. « Μέρες πριν, η πρώτη μας έννοια ήταν να πάρουμε καλαμπόκι και κάστανα για να τα βράσουμε την παραμονή των Χριστουγέννων και η άλλη ήταν το σπίτι όπου θα γινόταν η μάζωξη. Δε θέλαμε να υπάρχουν μικρά παιδιά και ανήμποροι για να μη τους ενοχλούμε. Το πιο κατάλληλο, τις περισσότερες φορές, βρίσκαμε το μαγειριό στην αυλή του σπιτιού μας, που είχε και τζάκι. Εκεί μαζευόμασταν, ανάβαμε τη φωτιά, βάζαμε τον τέντζερη ή το γκιούμι στην πυροστιά να βράσει το καλαμπόκι ή τα κάστανα, που άλλες φορές τα ψήναμε στη χόβολη. Καθόμασταν γύρω-γύρω από το τζάκι και λέγαμε παραμύθια και παιδικά κατορθώματα, έως το ξημέρωμα που ξεκινούσαμε για τα κόλιαντα.»
«Μόλις λαλήσ’ν τ’ αρνίθια», όχι νωρίτερα, τα αγόρια, λοιπόν, σε μικρές ομάδες, μετά από συνεννόηση συναντιούνταν και ξεκινούσαν για τα κόλιαντα. Στα χέρια κρατώντας τη τζιουμάκα, ένα κυλινδρικό κομμάτι ξύλου ενός μέτρου και περισσότερο που απόληγε σ’ ένα χονδροειδές σφαιρικό εξόγκωμα, και με το σακούλι στον ώμο, συνήθως μάλλινο χρωματιστό, ή με τον τρουβά, πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι, όχι όμως σε όσα είχαν πένθος, κτυπούσαν την πόρτα με τη τζιουμάκα, τραγουδώντας και φωνάζοντας «κόλιαντα».
Κόλιαντα, μπάμπου, κόλιαντα κι μένα τ’ κουλιαντίνα.
Κι αν δεν μι δίνεις κόλιαντα, δωσ’ μι ένα σιουτζούκι
κι αν δε μι δίνεις κι σιτζούκ’, δώσ’ μου τη θυγατέρα.
Και τι τη θέλεις, γάιδαρε, τη θκια μ‘ τη θυγατέρα;
Να την τσιμπώ, να τη φιλώ, να μι ζισταίν’ του βράδυ.
Κόλιαντα κόλιαντα κόλιαντα.
Έμπαιναν στο σπίτι τα παιδιά, τα κερνούσαν γλυκό, τα πρόσφεραν τα κόλιαντα: κουλιαντίνα, κάστανα άβραστα, καρύδια, αμύγδαλα. Τα παιδιά μαζεύονταν γύρω από την παρσιά ,σκάλιζαν τη χόβολη με τη τζιουμάκα, λέγοντας «Αρνιά, κατσίκια, πρόβατα και γκόλιαβα παιδιά». Η οικοδέσποινα ευχότανε «Και του χρόνου». «Και του χρόνου» ανταπαντούσαν τα παιδιά και έφευγαν για άλλο σπίτι. Τα σακούλια γέμιζαν συχνά και τα παιδιά πήγαιναν στο σπίτι να τα αδειάσουν και να συνεχίσουν έως το μεσημέρι.
Τα μικρότερα παιδιά σε ομάδες, με τα σακούλια και τη τζιουμάκα , ξεκινούσαν μόλις ξημέρωνε. Το τραγούδι όλων των παιδιών ήταν «Κόλιαντα μπάμπου».
Την επόμενη μέρα, πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων, σε κάθε σπίτι έσφαζαν το γουρούνι, που το έθρεφαν από την άνοιξη. Ο παστός κοβόταν σε μικρά κομμάτια, βραζόταν στο καζάνι και αναλυόταν σε τσιγαρίδες, που τις
ζέσταιναν και έτρωγαν μέρες, και σε λίπος για τις πίτες. Τα έντερα γίνονταν λουκάνικα, γεμίζοντάς τα με κρέας, πράσο και μυρωδικά. Οι
λουκανίτσες ήταν τα λεπτόχοντρα έντερα, ενώ τα χοντρά τα λέγανε μπάμπις.
Χαρά των παιδιών ήταν η φούσκα, η κύστη του γουρουνιού. Περίμεναν
το γδάρσιμο και το άνοιγμα του γουρουνιού για να την πάρουν ,να βάλουν μέσα δυο τρεις σπόρους καλαμπόκι, να την φουσκώσουν και να παίξουν. Ήταν το μπαλόνι της εποχής. Οι νοικοκυρές, αμέσως μετά το σφάξιμο του γουρουνιού, έφτιαχναν την τηγανιά που μοσχομύριζε τη γειτονιά και για τα Χριστούγεννα τα σαρμάδια, με κρέας και με λάχανο αρμιά….
Τελειώνοντας η κυρία Βασιλική την αφήγηση, απλή και πλούσια σε ντοπιολαλιά, ταυτόχρονα τόσο συγκινητική και γεμάτη εικόνες, μένουμε όλοι για λίγο σιωπηλοί μην θέλοντας να χάσουμε τη μαγεία της στιγμής, αυτή την αίσθηση της θαλπωρής, κάτι σα να είχαμε τη γιαγιά μας να μάς λέει παλιές ιστορίες γύρω από το τζάκι, κάτι ακόμα από την παιδικότητα μας, κάτι ακόμα από αγνές, όμορφες στιγμές που δεν θέλουμε να σβηστούν από τη μνήμη μας.
Αυτή τη θαλπωρή, την αγκαλιά, tη ζεστασιά και την αγάπη των Χριστουγέννων σάς στέλνουμε όλοι μας από την Paramana και τη Safecare και σας θυμίζουμε ότι είμαστε, πραγματικά, ένα τηλέφωνο ή ένα email μακριά.
Καλά Χριστούγεννα, ευλογημένα!
Aπo: Θεοδώρα Λειψιστινού