Συμβαίνει πολύ συχνά και ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες να κολλήσουμε κάποιο παθογόνο μικροοργανισμό που μεταδίδεται με το αναπνευστικό σύστημα, όπως γρίπη, covid ή κάποια άλλη ίωση. Αυτή η περίοδος, φυσικά, είναι κουραστική για τον οργανισμό μας, είτε τα συμπτώματα μας ταλαιπωρήσουν για αρκετό καιρό είτε για 1-2 μέρες μόνο. Και ενώ προσπαθούμε να προσέχουμε και να ακολουθούμε τις οδηγίες των γιατρών, δυστυχώς υπάρχουν κάποια συνηθισμένα λάθη που κάνουμε ως ασθενείς κατά τη διάρκεια μιας ίωσης. Πάμε να δούμε και να αναγνωρίσουμε μερικά από αυτά.
Πρώτον, δεν τρεφόμαστε σωστά. Η σωστή διατροφή θα πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μας, έτσι ώστε οι άμυνες του σώματός τους να είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν οποιονδήποτε βλαβερό οργανισμό προσπαθήσει να εισβάλει. Τα φρούτα, τα λαχανικά, η κατανάλωση ψαριού, γαλακτοκομικών προϊόντων, έξτρα παρθένου ελαιόλαδου αλλά και το κρέας και οι υδατάνθρακες μία φορά την εβδομάδα πρέπει να προτιμώνται σε σχέση με την κατανάλωση ζάχαρης, πολύ αλμυρών σνακ και αλκοολούχων ποτών. Κατά τη διάρκεια της ασθένειας ωστόσο είναι σύνηθες να μην έχουμε όρεξη αλλά και να μην μπορούμε να φάμε. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε έτσι ώστε να μην πιεζόμαστε πολύ είναι να καταφύγουμε σε εναλλακτικές λύσεις, όπως η σούπα και η κατανάλωση χλιαρού χαμομηλιού ή τσαγιού με μέλι.
Δεύτερο λάθος είναι ότι δεν πίνουμε αρκετό νερό και γενικότερα υγρά κατά τη διάρκεια μιας ίωσης ή γρίπης. Όταν έχουμε πυρετό, το σώμα μας χάνει επιπλέον υγρά με αποτέλεσμα να κινδυνεύουμε να πάθουμε αφυδάτωση. Εάν δεν καταναλώνουμε αρκετά υγρά, το σώμα δεν μπορεί να επιτελέσει τις συνήθεις λειτουργίες του, οπότε η λοίμωξη μπορεί να επιβαρυνθεί περαιτέρω με μειωμένη παραγωγή ούρων, ζάλη, νευρολογικά προβλήματα (π.χ. νευροσίτιδα), χαμηλή αρτηριακή πίεση ακόμα και σήψη. Δεν πρέπει να αμελούμε, λοιπόν, το νερό και γενικότερα την κατανάλωση υγρών (χυμοί, τσάι, χαμομήλι) και τροφών πλούσια σε υγρά (φρούτα), ειδικά κατά τη διάρκεια του πυρετού.
Ένα ακόμη λάθος που κάνουμε είναι, ότι μπορεί να πιστεύουμε ότι είμαστε καλύτερα και να συνεχίσουμε τις καθημερινές ασχολίες μας, ενώ στην πραγματικότητα τα μικρόβια δεν έχουν φύγει ακόμη από τον οργανισμό μας. Επιστρέφουμε, λοιπόν, στη δουλειά, το σχολείο, τις καθημερινές μας δραστηριότητες σε εξωτερικούς και άλλους εσωτερικούς χώρους με κόσμο νομίζοντας ότι είμαστε καλά, όμως επειδή ο οργανισμός μας είναι ακόμη ευαίσθητος και ο ιός είναι ακόμη ενεργός, μπορούμε να τον διασπείρουμε αλλά και να εκθέσουμε τον εαυτό μας σε κίνδυνο λοίμωξης και από άλλους ιούς που κυκλοφορούν.
Ακόμη, μπορεί να διακόψουμε λανθασμένα την φαρμακευτική αγωγή του ιατρού μας πριν το πέρας της ασθένειας, ακριβώς γιατί νομίζουμε ότι το έχουμε ξεπεράσει και επί προσθέτως δεν χρειάζεται να καταναλώσουμε περαιτέρω φάρμακα. Πάντα πρέπει να ακολουθούμε τις συμβουλές των γιατρών μας, ειδικά οι πιο ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες όπως παιδιά, ηλικιωμένοι και άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, καθώς αυτές οι ομάδες μπορεί να καταναλώνουν και άλλα σκευάσματα για χρόνιες ασθένειες και η μη σωστή λήψη και δοσολογία των φαρμάκων να προκαλέσουν πολύ σοβαρά προβλήματα.
Τέλος, ένας πιο επίμονος ιός μπορεί να επιφέρει βαθύτερες φλεγμονώδεις αντιδράσεις, με πυρετό όπως βρογχίτιδα, μυοκαρδίτιδα, πνευμονία, αναπνευστική ανεπάρκεια κτλ. Μόνο ένας έμπειρος ιατρός μπορεί να εκτιμήσει κατά την ιατρική εξέταση εάν το ανοσοποιητικό σύστημα του κάθε ασθενούς αμύνεται με επάρκεια ή εάν είναι σε εξέλιξη οποιαδήποτε σοβαρή επιπλοκή. Αυτό ισχύει κατεξοχήν σε χρονίως πάσχοντες από νόσο που προκαλεί αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα, μωρά ή ηλικιωμένους. Γι ‘ αυτό, είναι καλό, για να μην πούμε απαραίτητο, ακόμη και μετά το πέρας της ασθένειας αυτές οι ομάδες να επισκέπτονται τον παθολόγο ή πνευμονολόγο τους για μία επαναληπτική εξέτα